Επιτυχημένο θέμα πανελληνίων (ή και εξετάσεων ή διαγωνίσματος γενικότερα), δεν είναι το εύκολο ή το δύσκολο, το προβλέψιμο ή το ευφάνταστο, είναι αυτό του οποίου η ποσότητα και το είδος των απαντήσεων από τη μεριά του μαθητή απαντούν τις κάτωθι ερωτήσεις:
- Γνωρίζει ο μαθητής την θεωρία;
- Έχει κατανοήσει ο μαθητής τη θεωρία;
- Έχει αποκτήσει ο μαθητής τις δεξιοτεχνίες επίλυσης προβλημάτων που του παρέχει η ύλη της τάξης του;
- Έχει αποκτήσει ο μαθητής την μαθηματική αντίληψη που απαιτεί το επίπεδο της τάξης του;
Ως προς τα παραπάνω τα φετινά θέματα ξεκινούσαν από καλούτσικα έως χάλια, κατά μέσο όρο δηλαδή μετριότατα, άρα κάκιστα, αφού δεν είναι ένα τυχαίο διαγώνισμα 4μήνου, αλλά οι προαγωγικές εξετάσεις στην γ’-βάθμια.
Παρακάτω τα αναλύω εκτενέστερα.
- Το σηματάκι
μπροστά στο θέμα, δείχνει το ότι είναι φτιαγμένο με τρόπο που να έχουμε απώλεια το όποιου αξιολογικού στόχου.
- Το σηματάκι
μπροστά στο θέμα δείχνει επανάληψη του αξιολογικού στόχου.
ΘΕΜΑ Α
Α1) Σχετικά απλή απόδειξη, η οποία μπορεί να επιτευχθεί με διάφορους τρόπους, άρα αφήνει απλόχερα το πνεύμα του μαθητή να εκδηλωθεί.
Είναι επίσης από τις αποδείξεις που δεν «φλερτάρουν» με υλικό εκτός του σχολικού βιβλίου (π.χ. του Fermat) και από αυτές που δεν είναι κουραστικά τετριμμένες (π.χ. απόδειξη επέκτασης μονοτονίας σε συνοριακά σημεία).
Α2) Πολύ ωραίο θέμα. Αξιολογεί τη γνώση του μαθητή σε μια βασική διάκριση της θεωρίας του. Διάκριση που είναι απαραίτητη και στο να βρει τρόπο επίλυσης μιας άσκησης και στο να αποκλείσει υπόνοιες για άλλους τρόπους.
Α3) Στο βαθμό που αυτό το θεώρημα δεν επικαλούνταν σχεδόν ποτέ στις ασκήσεις, αλλά εφαρμοζόταν απλά και αθόρυβα (εν αντιθέσει π.χ. με Fermat, Rolle, Bolzano, Θ.Μ.Τ. κ.τ.λ.), το θεωρώ ερώτηση-παγίδα. Ναι, είναι μέσα στην ύλη. Ναι, είναι σημαντικό θεώρημα. Αλλά σκοπός της θεωρητικής ερώτησης δεν είναι τόσο να δεις αν ο μαθητής έχει μάθει την ορολογία, όσο το αν:
- γνωρίζει τις ιδιότητες κάποιων μαθηματικών περιοχών,
- μπορεί να διατυπώσει με ακρίβεια κάτι που δύναται να εφαρμόσει.
Α4) Καλό. Όπως και το Α2, έτσι κι αυτό άπτεται σε τμήμα της ύλης σημαντικό τόσο για τις εφαρμογές του σε ασκήσεις, όσο και για την γενικότερη εικόνα που δίνει σε όλο το υλικό της Γ’ Λυκείου.
ΘΕΜΑ Β
Β1),
Β2) Αξιόλογα θέματα. Στοχευμένα στο να εξετάσουν αν ο μαθητής μπορεί να γνωματεύει για βασικές ιδιότητες των συναρτήσεων (μονοτονία, κυρτότητα), χωρίς να χάνεται η δυνατότητα αξιολόγησης από θέματα-βόμβες που δε λύνει κανένας (άρα ούτε αυτοί που γνωρίζουν και ούτε αυτοί που αγνοούν τη θεωρία).
Β3) Πολύ καλό θέμα. Αφενός εξετάζει τον μαθητή και στα 2 είδη ασυμπτώτων, αφετέρου το κομμάτι με τις πλάγιες ασύμπτωτες μπορεί να λυθεί τόσο με τον ορισμό της ασύμπτωτης, όσο και με το θεώρημα-μεθοδολογία ανακάλυψής της.
Ίσως να έπρεπε να μια ερώτηση που να αξιολογεί το αν ο μαθητής έχει κατανοήσει ότι η ασύμπτωτη είναι η βέλτιστη γραμμική προσέγγιση της συνάρτησής του στο άπειρο, ώστε να μην εστιάζει αποκλειστικά στην μεθοδολογία εύρεσής της και στην γραφική της ερμηνεία (βλ. ερώτημα Β4). Επί παραδείγματι ένα όριο σύνθεσης συναρτήσεων θα μπορούσε να επιτύχει αυτόν τον στόχο.
Β4) Πολύ ενδιαφέρον θέμα. Εξετάζει τον μαθητή στο αν μπορεί να γεωμετρικοποιήσει τα αλγεβρικά του δεδομένα. Η σχετική θέση της

με την ασύμπτωτη

δεν ζητείται. Αυτό ίσως ν’ αποτελέσει παγίδα για τους μαθητές, αλλά ομολογουμένως είναι κάτι που οφείλει να διερευνήσει ο μαθητής. Το βασικό μειονέκτημα του θέματος είναι ότι δεν δυναται να λυθεί χωρίς τα προηγούμενα ερωτήματα. Και όχι,
δεν μπορεί να τα λύσει κάθε μαθητής...
ΘΕΜΑ Γ
Γ1) Καλό θέμα. Αξιολογεί τον μαθητή κατά πόσον μπορεί να μοντελοποιήσει ένα πρόβλημα της καθημερινότητάς του. Μειονέκτημα οι πράξεις, οι οποίες ωστόσο δεν είναι για κλάματα.
Γ2)

Το θέμα αυτό καταρχάς επαναξιολογεί τον μαθητή στο κομμάτι της εύρεσης ακροτάτων, όπερ άχρηστο. Συν τοις άλλοις απαιτεί από τον μαθητή να έχει λύσει το Γ1, ώστε να γνωρίζει την διάμετρο του κύκλου και την ακτίνα του τετραγώνου, όπερ προβληματικόν.
Γ3) Καλούτσικο θέμα. Πολλές πράξεις που καθυστερούν, αλλά συνάμα αξιολογεί τον μαθητή στο αν μπορεί να βρει την εικόνα μιας συνάρτησης, να την αξιοποιήσει για να διαπιστώσει την επιλυσιμότητα μιας εξίσωσης και στο να λάβει υπόψιν ότι έχει συνάρτηση-περιορισμό.
ΘΕΜΑ Δ
Δ1) 
Εδώ ο μαθητής επαναξιολογείται στο ζήτημα της κυρτότητας-σημείων καμπής (βλ. ερώτημα Β2). Θα ήταν σίγουρα άσκοπο αυτό το ερώτημα, αν δεν ήταν τουλάχιστον παραμετρικά δοσμένη η

.
Δ2)

Εδώ ο μαθητής αξιολογείται στο αν γνωρίζει ότι η κυρτότητα συνεπάγεται μονοτονία της παραγώγου, στο αν μπορεί να βρει την εικόνα μιας συνάρτησης, στο να την αξιοποιήσει για να διαπιστώσει την επιλυσιμότητα μιας εξίσωσης και στο αν μπορεί μέσω αυτής και της μονοτονίας να βρει τα πρόσημα μιας συνάρτησης. Βέβαια η αξιολόγηση επί της δυνατότητας εύρεσης της εικόνας επαναλαμβάνεται και στο Γ3, όπερ σημαίνει ότι μιλάμε για 3 επαναλήψεις στο σύνολο των θεμάτων, κάτι που είναι απαράδεκτο δεδομένης της απουσίας σημαντικών κομματιών της ύλης (Bolzano, Rolle, ΘΜΤ κ.τ.λ.).
Όπως και να ‘χει, το να μπουκώσουμε με τόσους αξιολογικούς στόχους ένα ερώτημα, σημαίνει ότι δεν έχει πρακτικά κανένα, διότι πρακτικά ένα άλυτο τέτοιο θέμα είναι αδύνατο να εξακριβωθεί αν δεν λύθηκε λόγω άγνοιας, στο ένα ή στο άλλο ή σε όλα τα θέματα.
Τέλος, αν ένας μαθητής δεν κατάφερνε το Δ1, αν δεν είχε βρει την κυρτότητα της f, άρα την μονοτονία της f’, το Δ2 θα ήταν εξ αρχής καταδικασμένο.
Δ3)

Εδώ ο μαθητής πρέπει να σκεφτεί ότι για την μη-επιλυσιμότητα της

στο

αρκεί να βρει ότι

.
- Και μόνον αυτή η σκέψη απαιτεί καλή γνώση των γεωμετρικών ερμηνειών των αλγεβρικών εκφράσεων ή πολλή τύχη. Όπως και να 'χει ο μαθητής επαναξιολογείται στο κομμάτι της δυνατότητας να σχηματοποιεί τα αλγεβρικά δεδομένα του (βλ. ερώτημα Β4).
- Για το ότι

ο μαθητής θα πρέπει να βασιστεί στο πρόσημο της

και την σύγκρισή του με το πρόσημο της

(

), λαμβάνοντας υπόψιν την μονοτονία. Από όλες τις συναρτήσεις που έχει φτιάξει ή πειραματιστεί (

,

,

,

) και όλες τις εμφανίσεις του

(π.χ.

) θα πρέπει να σκεφτεί αυτήν!
- Ο τυχερός που θα κάνει την άνωθεν επιλογή, για να αποδείξει ότι

θα πρέπει να βασιστεί πάνω στην μονοτονία της

, κάτι που χρειάζεται το ερώτημα Δ1.
- Επίσης το ότι

είναι ικανή συνθήκη και όχι αναγκαία. Αυτό ίσως κάνει ακόμα και τον μαθητή που σκέφτηκε αυτή τη μέθοδο, να πιστέψει ότι δεν είναι η κατάλληλη σκέψη και να εστιάσει αλλού, άρα αυξάνεται ο παράγοντας τύχη στην ανακάλυψη αυτής της λύσης.
- Ακόμα η απόδειξη του ανεπίλυτου της

απαιτεί την γνώση της μονοτονίας της

(άρα πάλι χρειαζόμαστε το Δ1).
- Επιπροσθέτως το θέμα αυτό απαιτεί την επίλυση του Δ2, ώστε να γνωρίζει ο μαθητής ότι

- Τέλος, ο αξιολογικός στόχος ήταν πάλι η μονοτονία-ανισότητα και έτσι ανεβάζουμε τον αριθμό των επαναλήψεων των αξιολογικών στόχων στους 5. Ενώ επίσης ο (υποτιθέμενος) αξιολογικός στόχος της γνώσης του Fermat, πάει περίπατο λόγω της απροσπελασιμότητας του θέματος.
Δ4) 
Το παρόν ερώτημα αξιολογεί το κατά πόσον ο μαθητής είναι τυχερός. Ο μαθητής έχει υπόψιν καμιά 10αριά μεθόδους επίλυσης ανισώσεων, συνεπώς ότι εδώ χρειάζεται ανίσωση συνάρτησης-εφαπτομένης κι όχι π.χ. μονοτονία είναι στο τι θα του ‘ρθει πρώτο (ή εντός του χρόνου εξέτασης) στο κεφάλι.
Η αλήθεια είναι πως σ’ αυτήν την ανισώτητα θα μπορούσε να καταλήξει κανείς ψυλλιασμένος από την απουσία του

στο δεξί μέλος, όπως και να ‘χει ένα ερώτημα που να υπονοεί την εστίαση εκεί δε θα ‘ταν κακό.
Α! Ναι! Υπάρχει και η απλούστατη λύση της της εφόρμησης εκ της ανίσωσης της

με το δευτεροβάθμιο πολυώνυμο Tailor της, την οποία πρέπει κάθε μαθητής να έχει υπόψιν (sic!). Προφανώς ειρωνεύομαι... Συνάδερφοι, είναι που είναι θλιβερή η κατάσταση, ας μην της δίνουμε και ερείσματα να συνεχίσει.
Φυσικά, ούτε αυτό το ερώτημα θα ήταν εφικτό, δίχως να έχει επιτευχθεί το Δ1, αφού απαιτείται η γνώση της κυρτότητας στο
![[2,3]. [2,3].](/forum/ext/geomar/texintegr/latexrender/pictures/1f2515af9ef8433251d7c474bce0e88b.png)