Η παρέμβαση του Δημήτρη μας επαναφέρει στις ιστορικές ρίζες του ζητήματος και δίνει την ευκαιρία να συνοψίσουμε την ενδιαφέρουσα συζήτηση.
1) Ο Ευκλείδης εκθέτει στα
Στοιχεία την κατασκευή τριγώνου, αρχικά ισόπλευρου και στη συνέχεια σκαληνού με πλευρές τρία ευθύγραμμα τμήματα που ικανοποιούν την τριγωνική ανισότητα. Και στις δύο περιπτώσεις η τομή των δύο κύκλων, που γράφονται με κέντρα τα άκρα του ενός τμήματος και ακτίνες τα άλλα δύο, θεωρείται δεδομένη. Ο Πρόκλος, που έγραψε σχόλια για τα
Στοιχεία, αναφέρει ότι αυτή η παραδοχή έγινε αντικείμενο κριτικής. Ο ίδιος προσπάθησε να αντικρούσει τους επικριτές αποδεικνύοντας με απαγωγή σε άτοπο, ότι οι συγκεκριμένοι κύκλοι δεν μπορεί να εφάπτονται εξωτερικά ή να είναι ο ένας εκτός του άλλου (δηλαδή εξέτασε μόνο 2 από τις 4 εναλλακτικές περιπτώσεις).
2) Η μελέτη του ζητήματος τη νεώτερη εποχή στηρίχθηκε στη διαπίστωση ότι υπάρχουν 5 δυνατές περιπτώσεις για τη θέση δύο κύκλων στο επίπεδο, καθώς και στη δυνατότητα απόδειξης, για κάθε περίπτωση, μιας
αναγκαίας συνθήκης μεταξύ του διακεντρικού τμήματος

και των ακτίνων

και

. Αν π.χ. οι κύκλοι τέμνονται, τότε από την τριγωνική ανισότητα έπεται ότι

.
Από το σύνολο αυτών των 5 συνθηκών αποδεικνύεται εύκολα, με απαγωγή σε άτοπο, ότι κάθε μία είναι και
ικανή συνθήκη για την αντίστοιχη θέση των δύο κύκλων. Αυτή η προσέγγιση υιοθετήθηκε το 1794 στο βιβλίο του Legendre
Eléments de géométrie (στην Αγγλική μετάφραση του οποίου μας παρέπεμψε ο Αλέξανδρος), και μέσω αυτού σε όλα τα μεταγενέστερα βιβλία Ευκλείδειας Γεωμετρίας, όπως το περίφημο Ρωσικό του Kiselev. Συμπληρωματικά αναφέρω ότι το βιβλίο του Legendre μεταφράστηκε 4 φορές στα Ελληνικά κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα.
3) Μια εναλλακτική απόδειξη ότι η (1) αποτελεί
ικανή συνθήκη τομής δύο κύκλων είναι αυτή από το βιβλίο του Χατζιδάκι
Στοιχειώδης Γεωμετρία (1888) που παρέθεσε ο Γιώργος Ρίζος. Η κεντρική ιδέα της απόδειξης είναι ότι από την (1) συνάγεται η ύπαρξη σημείου του ενός κύκλου στο εσωτερικό του άλλου (όπως και ένα στο εξωτερικό του), οπότε καθίσταται “προφανής” η ύπαρξη ενός κοινού σημείου. Το πιο σημαντικό είναι όμως ότι η συγκεκριμένη απόδειξη φανερώνει τι είδους αξιώματα πρέπει να υιοθετηθούν ώστε να καταστεί “αυστηρή”. Την ίδια εποχή βρίσκεται σε εξέλιξη η έρευνα για πλήρη αξιωματικοποίηση της Ευκλείδειας Γεωμετρίας και ένα γενικό αξίωμα “συνέχειας”, που καλύπτει την προηγούμενη περίπτωση, διατυπώθηκε από τον Killing στο βιβλίο του
Einführung in die Grundlagen der Geometrie (1893). Ένα ακόμη πιο γενικό αξίωμα “συνέχειας” διατύπωσε ο Hilbert στο
Grundlagen der Geometrie (1899), που θεωρείται η Βίβλος της σύγχρονης αξιωματικής μεθόδου στα Μαθηματικά. Το επίτευγμα, αλλά και τίμημα συγχρόνως αυτής της εξέλιξης ήταν ο εξοβελισμός κάθε στοιχείου εποπτείας από τις γεωμετρικές αποδείξεις.
4) Ίδια ουσιαστικά με την απόδειξη που Χατζιδάκι είναι αυτή που χρησιμοποιείται στο βιβλίο του Ιωαννίδη (1968) και παρέθεσε ο Γιώργος Βισβίκης. Το τελευταίο όμως, ακολουθώντας τη μόδα των “Νέων Μαθηματικών” και επιχειρώντας να είναι “αυστηρό” σε μαθητές Γ΄ Γυμνασίου, καταφεύγει μοιραία σε διδακτικές ακροβασίες: το κρίσιμο αξίωμα αναφέρεται σε σημείωση μετά την απόδειξη ως επέκταση άλλου που είχε προηγηθεί! Δεν ξέρω αν ο συνομήλικος Γιώργος συμφωνεί, αλλά έχω την αίσθηση ότι οι διδάσκοντες και οι μαθητές που διδάχθηκαν για πρώτη φορά το συγκεκριμένο βιβλίο χρησιμοποιήθηκαν ως πειραματόζωα…
5) Δεν υπάρχει διδακτική πρόταση αποτελεσματική για όλους τους μαθητές, πόσο μάλλον για τους “ανήσυχους” και ικανούς να θέτουν ερωτήματα όπως αυτό που στάθηκε αφορμή της συζήτησης. Βασική προϋπόθεση είναι η ύπαρξη “ανήσυχων” δασκάλων με γνώσεις που δεν περιορίζονται στην εξεταστέα ύλη και τα σχολικά βιβλία. Θα κλείσω αναφέροντας τη διδακτική πρόταση του Γιάννη Ντάνη, ενός χαρισματικού δασκάλου της Ευκλείδειας Γεωμετρίας, από το βιβλίο του
Η θεωρία της επιπέδου γεωμετρίας (το πασίγνωστο πράσινο). Όπως γράφει, το βιβλίο “… απευθύνεται εις τους υποψηφίους του Ακαδημαϊκού Απολυτηρίου και τους μαθητάς του Λυκείου, δηλαδή εις αναγνώστας οι οποίοι προσπαθούν να καταλάβουν το
κύριον περιεχόμενον ενός επιστημονικού κλάδου και την
βασικήν του μεθοδολογίαν”. Ενώ στην εισαγωγή αναπτύσσει το σύστημα αξιωμάτων του Hilbert, στην ενότητα “Θέσεις δυο μη ομόκεντρων περιφερειών” δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει την παραδοσιακή καταγραφή των 5 δυνατών περιπτώσεων με άπλετη χρήση της γεωμετρικής εποπτείας. Διατυπώνει τις αντίστοιχες
αναγκαίες συνθήκες και αναφέρει απλώς ότι “Στις παραπάνω προτάσεις ισχύουν και τα αντίστροφα”. Πόσοι “ανήσυχοι” μαθητές μπορούν σήμερα να ανταποκριθούν σε μια τέτοια πρόκληση;
Γιάννης Θωμαΐδης